μεγαλύτερος

Νέα ελληνικά (el)

χωρίς άρθρο, συγκριτικός βαθμός
με το άρθρο, σχετικός υπερθετικός βαθμός
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεγαλύτερος η μεγαλύτερη το μεγαλύτερο
      γενική του μεγαλύτερου της μεγαλύτερης του μεγαλύτερου
    αιτιατική τον μεγαλύτερο τη μεγαλύτερη το μεγαλύτερο
     κλητική μεγαλύτερε μεγαλύτερη μεγαλύτερο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεγαλύτεροι οι μεγαλύτερες τα μεγαλύτερα
      γενική των μεγαλύτερων των μεγαλύτερων των μεγαλύτερων
    αιτιατική τους μεγαλύτερους τις μεγαλύτερες τα μεγαλύτερα
     κλητική μεγαλύτεροι μεγαλύτερες μεγαλύτερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σορετυλαγεμ

μεγαλύτερος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σορετυλαγεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα συγκριτικού βαθμού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά