μεθαμφεταμίνη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μεθαμφεταμίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) methamphetamine < a(lpha-)m(ethyl)ph(en)eth(yl)amine < methylphenethylamine < methyl (< αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) μέθυ + ὕλη) + phenethylamine < phen- (< αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) φαίνω) + ethylamine < ethyl (< αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) αἰθήρ) + amine (< ammonia < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) ammoniacus < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Ἄμμων < αρχαία αιγυπτιακή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία αιγυπτιακά (νέα ελληνικά)
(jmn:Amun))![M17 [i] i](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_M17.png?2e70b)
![Y5 [mn] mn](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_Y5.png?381eb)
![N35 [n] n](/w/extensions/wikihiero/img/hiero_N35.png?fcc27)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνιματεφμαθεμ
μεθαμφεταμίνη θηλυκό
- (βιοχημεία)Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά) συνθετικό ψυχοενεργό διεγερτικό ναρκωτικό
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Η υπερβολική δόση μεθαμφεταμίνης μπορεί να οδηγήσει σε σπασμούς, κρίση και θάνατο, λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας, εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας. (www.kethea.gr)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μεθαμφεταμίνη
Κατηγορία:Pages using the WikiHiero extension
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία αιγυπτιακά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)