Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Δανεισμοί » Λόγια δάνεια » Λόγια ενδογενή δάνεια ««« |
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Κατηγορία:Σελίδες για μορφοποίηση
Για τους συντάκτες:
|
- Λόγια διαχρονικά δάνεια για την εξυπηρέτηση μετάφρασης ελληνογενών διεθνών όρων όπου ολόκληρη η λέξη (και τα δύο συνθετικά) είναι αρχαίας ελληνικής προέλευσης. Είναι ελληνογενείς όροι από άλλες γλώσσες.
-
neoclassical compounds στην αγγλική Βικιπαίδεια

Pages in category "Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)"
- άβυσσος
- Αγάθοσμα
- αγάπανθος
- αγγειοδερματίτιδα
- Αγγειόσπερμα
- αγγειόσπερμος
- άγναθος
- αγνωστικισμός
- αγροτεχνολογία
- αδενίνη
- αδενοκαρκίνωμα
- αδρεναλίνη
- αεροδυναμική
- αεροζόλ
- αεροθεραπεία
- αερόφωνο
- αθεϊσμός
- αιγυπτιολογία
- αιγυπτιολόγος
- αιθανάλη
- αιθανόλη
- αιθίνιο
- αιθυλεστέρας
- αιμο-
- αιμοδιάλυση
- αιμοφιλία
- αισθητική
- ακαρδία
- ακομπλεξάριστα
- ακουστική
- ακρυλονιτρίλιο
- ακτινίδιο
- ακτίνιο
- Ακτινοπτερύγιοι
- -αλγία
- αλγολαγνεία
- αλεξιθυμία
- αλλεργία
- αλλοτριοφαγία
- αλλοτροπία
- αλλοτροπικός
- αλλότροπο
- αμίνη
- αμμωνία
- αμοιβάδα
- αμουσία
- αμυγδαλίτιδα
- αμφιγονία
- αναβολισμός
- ανάγραμμα
- αναμορφικός
- αναρθρία
- ανατοξίνη
- αναχρονιστικός
- ανδρολογία
- ανδρολόγος
- ανεγκεφαλία
- ανθρωπολόγος
- ανισοτροπία
- ανοδικός
- άνοδος
- ανορθοδοξία
- ανοσοφαρμακολογία
- ανοσφρησία
- ανοφθαλμία
- Ανταρκτική
- αντιήρωας
- αντίκλινο
- αντιμικροβιολογικός
- αντιμοναρχικός
- αντιρευματικό
- αντιρευματικός
- αντιρρευματικά
- αντισηπτικός
- αντισηψία
- αντιτοξικός
- αντιτοξίνη
- αντιχολερικός
- ανυδρίτης
- ανώνυμος
- αορτίτιδα
- απατίτης
- απλογραφία
- απόαψη
- αργόν
- αρθροπάθεια
- Αρκτική
- αρχαιομετρία
- αρχόσαυρος
- ασθενικός
- ασσυριολόγος
- αστρο-
- αστροβιολόγος
- ασυμπτωματικός
- ασφαιρικός
- ατοπία
- αυθεντικοποίηση
- αυτοματικός
- αυτόνομος
- αφήλιο
- αφθιταλίτης
- αχιλλέα
- αχίλλεια
- αχρωμία
- βαθύβιος
- βαθυμέτρηση
- βαθυμετρία
- βαθυσκάφος
- βαθυσφαίρα
- βακτηρίωση
- -βαρής
- βαριατρική
- βάριο
- βαρίτης
- βαρυόνιο
- Βατραχοειδή
- βατραχοειδής
- βενζαλδεΰδη
- βηρύλλιο
- βιβλιοθηκονομία
- βιβλιομανής
- βιβλιομανία
- Βικιλεξικό:Βικιδημία/2007
- βιντεοδίσκος
- βινύλ
- βινύλιο
- βινυλίτης
- βινυλοχλωρίδιο
- βιογένεση
- βιογεωγραφία
- βιογονία
- βιοκλιματολογία
- βιολογία
- βιομετρία
- βιονική
- βιονομία
- βιονομικός
- βιοπολιτική
- βιοπτικός
- βιοσπηλαιολογία
- βιοστατιστική
- βιοστρωματογραφία
- βιοσύνθεση
- βιοτυπολογία
- βιότυπος
- βιοψυχολογία
- βλαστομύκητας
- βλεννορραγία
- βλεννόρροια
- βοτανολόγος
- βουταδιένιο
- Βόωψ
- βραδυαρρυθμία
- βρογχοπνευμονία
- βρόμιο
- Βροντόσαυρος
- βυζαντινολόγος
- Βυζαντινός
- Γαστερόποδα
- γαστροσκόπηση
- γεροντολογία
- γεροντολόγος
- γεωθερμία
- γεωθερμικός
- γεωλόγος
- γεωμαγνητισμός
- γεωπονία
- γεωσκοπία
- γεωτοπίο
- γεώτοπος
- γεωτροπικός
- γεωφυσική
- γλοιοβλάστωμα
- γλυκερίνη
- γλυκίνη
- γλυκογόνο
- γλυκόλη
- γλυπτοθήκη
- γλωσσαλγία
- γνωσιολογία
- γνωστικισμός
- -γόνος
- γονότυπος
- γορίλας
- γορίλλας
- γραμμόφωνο
- -γραφία
- γραφικά
- γραφίτης
- γρηγοριανός
- δαιμονολογία
- δαιμονολόγος
- δάκος
- δαμασκηνώνω
- δεινόσαυρος
- δενδρολογία
- δενδροχρονολόγηση
- δεντροχρονολόγηση
- δερμογραφία
- δερμογραφισμός
- δημοτική
- δημωνύμιο
- διαγένεση
- διαμεσόγαμα
- διάσπορο
- Βικιλεξικό:Διαχείριση προτύπων/2007-2016
- δικοτυλήδονος
- δίοδος
- διπλωμάτης
- διπλωματία
- διπλωματικός
- διπλωπία
- δισκέτα
- δίσκος
- διχρωμικός
- δογματίζω
- δραπετομανία
- δρεπανοκύτταρο
- δρεπανοκυττάρωση
- δυναμίτης
- δυσ-
- δυσαισθησία
- δυσαρθρία
- δυσαυτονομία
- δυσβαρισμός
- δυσγευσία
- δυσθανασία
- δυσλεκτικός
- δυσλεξικός
- δυσπλασία
- δυσπρόσιο
- δυστροφία
- δυσφρασία
- δυσφωνία
- δυσχρωμία
- δωδεκαδακτυλογαστρεκτομή
- δωδεκαδακτυλοπυλωρεκτομή
- έγγραμμα
- εγκεφαλολογία
- εγκυκλοπαιδισμός
- εγκυκλοπαιδιστής
- εγωμανής
- εγωμανία
- εγωτισμός
- εγωτιστής
- εγωτίστρια
- εθνογράφος
- εθνομουσικολογικός
- εθνομουσικολόγος
- εθνοψυχολογία
- εθολογία
- Εκδυσόζωα
- εκλεκτικιστής
- εκλεκτισμός
- έκσταση
- εκτοπαράσιτο
- ελαστογραφία
- ελαστομερές
- ελαστομερής
- ελεμενταρισμός
- ελληνιστικός
- εμβρυογένεση
- εμβρυογονία
- εμβρυολόγος
- εμβρυοπάθεια
- εμμηνόρροια
- εναντιομορφία
- εναντιομορφισμός
- εναντιόμορφος
- ενδημικός
- ενδημισμός
- ενδογένεση
- ενδογονία
- ενδοδοντία
- ενδοδοντιστής
- ενδοθερμικός
- ενδοκρινολογία
- ενδοκρινολόγος
- ενδοουρολογία
- ενδοπαράσιτο
- ένζυμο
- ενζυμοπάθεια
- ενζωοτία
- ενόφθαλμος
- εντερεκτομή
- εντερίτιδα
- εντεροβακτήριο
- εντερόκλυση
- εντεροκολίτιδα
- εντερορραγία
- εντεροσκόπηση
- εντεροσκόπιο
- εντεροτοξίνη
- εντομολόγος
- εντομοφαγία
- εντομοφάγος
- εντροπία
- εξανθηματικός
- εξοφθαλμία
- εξωθερμικός
- εξώθερμος
- εξωκρινής
- εξωπαράσιτο
- εξωπλανήτης
- επιγένεση
- επιγενετικός
- επιγονισμός
- επιδιασκόπιο
- επιζωοτία
- επιζωοτιολογικός
- επικάρδιο
- επίκεντρο
- επιμορφισμός
- επισκόπιο
- επίσταση
- επιχρωμιώνω
- επιχρωμίωση
- εποξειδικός
- εποξείδιο
- ερασμιακά
- ερασμιακός
- ερασμιακώς
- ερασμικός
- Έρασμος
- εργοδικός
- εργοδικότητα
- εργοσπιρομετρία
- ερμητισμός
- ερυθραιμία
- ερυθροδιόλη
- ερυθροποίηση
- ερωτισμός
- ερωτομανία
- εστέρας
- ετερογαμία
- ετερογονία
- ετεροκοινωνικότητα
- ετερομορφία
- ετερονομία
- ετεροσκεδαστικός
- ετεροσκεδαστικότητα
- ετεροτοπία
- ετεροτοπικός
- ευγονική
- ευθανασία
- ευρώπιο
- ευστατισμός
- ευτροφικός
- ευτροφισμός
- εχινοκοκκίαση
- εχινόκοκκος
- ζαχαρόζη
- ζαχαρομύκητας
- ζιφιός
- ζυγωματικό
- ζυγωματικός
- ζωανθρωπία
- ζώνη
- ζωόγλοια
- ζωοθεϊσμός
- ζωοθεραπευτική
- ζωονομία
- ζωοτοξίνη
- ζωοψία
- ηδονισμός
- ηδονιστής
- ηλεκτρίζω
- ηλεκτρισμός
- ηλεκτρο-
- ηλεκτροανατομικός
- ηλεκτροκαρδιογράφος
- ηλεκτρολυτικός
- ηλεκτρομαγνητισμός
- ηλιόσφαιρα
- ηλιόφιλος
- ημιυδρίτης
- ηπειρογένεση
- ηρωισμός
- ηχοκινησία
- ηχομιμία
- ηχοπραξία
- θάλαμος
- θαλασσοθεραπεία
- θάλλιο
- θανατολογία
- θανατοτουρισμός
- θαυμασίτης
- θεατρόφιλος
- θεοκρατικός
- θερμογραφία
- θερμογράφος
- θερμοθεραπεία
- θερμοκαυτήρας
- θερμόλυση
- θερμομαγνητικός
- θερμομαγνητισμός
- θερμομέτρημα
- θερμομετρία
- θερμομηχανική
- θερμομηχανικός
- θερμοπεριοδισμός
- θερμοπλαστικός
- θερμός
- θερμοσκοπία
- θερμοσκοπικός
- θερμοσκόπιο
- θερμοτροπία
- θερμοτροπισμός
- θερμόφιλος
- θεωρία
- θούλιο
- θριναξόδοντας
- θρομβεκτομή
- θρομβίνη
- θρυψίνη
- θωρακοσκόπηση
- θωρακοσκόπιο
- ιδεαλισμός
- ιδεαλιστής
- ιδεολόγος
- ιδιόλεκτος
- ιδιωτισμός
- ἱεραρχῶ
- ιεροχλόη
- ιονισμός
- ιοντοθεραπεία
- ιπποκρατικός
- ιρίδιο
- ισοβαρής
- ισομερισμός
- ισότοπο
- ιστογένεση
- ιστορία
- -ίτης
- -ῖτις
- ιχθυολογικός
- ιχθυολόγος
- ιώδιο
- κάδμιο
- κάθοδος
- καλειδοσκόπιο
- καρδιο-
- καρδιολόγος
- καρκινολόγος
- καρκινοπαθής
- καρυόφυλλον
- καταδιοπτρικός
- καταληψία
- καταρράκτης
- καψικό
- κελοφάνη
- κεφαλοποίηση
- κινάση
- κινηματογράφος
- κινηματογραφώ
- κινησιογραφία
- κινναμαλδεΰδη
- κιρρωτικός
- κλάβικορντ
- κλασικός
- κλασσικός
- κληρικαλισμός
- κλιμακτήριος
- κοινωνιολόγος
- κολοφώνιο
- κόμπλεξ
- κομπλεξικά
- κονδύλωμα
- κοσμετολογία
- κοσμητολογία
- κοσμογενετικός
- κοσμοδρόμιο
- κοσμολόγος
- κοσμοναύτης
- κούρος
- κρυπτόγαμο
- κρυπτογραφία
- κρυπτογραφικός
- κρυπτογράφος
- κρυσταλλογραφία
- κρυστάλλωση
- κυβερνητική
- κυβισμός
- κυκλοθυμία
- κυκλοθυμικός
- κυκλωνικός
- κυστίτιδα
- κυτταρολόγος
- κώνος
- λαρυγγολόγος
- -λατρία
- λεμφατισμός
- λέξημα
- λεξικολογικός
- λίθιο
- λιθογράφος
- λιμνολογία
- λιμπεραλισμός
- λιπίδιο
- λοβοτομή
- λογότυπο
- λογότυπος
- λούμεν
- λυμφατικός
- λυμφατισμός
- λυρισμός
- μαγγάνιο
- μαγεία
- μαγκεμίτης
- μαγνήσιο
- μαγνητισμός
- μαγνητοστατική
- μεγα-
- μεγαλο-
- μεγαλόδοντας
- μεγαλομανής
- μεθαμφεταμίνη
- μειόκαινος
- μελόδραμα
- μελοδραματικός
- Μελόκακτος
- μελόντικα
- μελωδία
- μερεολογία
- μερίστωμα
- μερολογία
- μερώνυμο
- μεταϊστορία
- μεταλογική
- μεταπλασία
- μετεωρίτης
- μηχανικός
- μηχανιστικός
- μιθριδατισμός
- μικρο-
- μικροβιολόγος
- μικροσκόπηση
- μολυβδαίνιο
- Μονήρη
- μονισμός
- μονιστής
- μονοθελητισμός
- μονοκοτυλήδονος
- μονολατρισμός
- μονόλογος
- μονομορφηματικός
- μονοξείδιο
- μονοφασικός
- μόρφημα
- μορφολογία
- μουσείο
- μουσειολόγος
- μουσική
- μπαρ
- μυέλωμα
- μυθολογία
- μυοκαρδίτιδα
- νανο-
- νανόμετρο
- νανοσκόπιο
- ναρκισσιστής
- ναρκισσιστικός
- νεκρολογία
- νεκροφιλία
- νεκροφοβία
- νεκροψία
- νεκταρίνι
- νεοδύμιο
- νεολογισμός
- νεοτενής
- νεοτενία
- νευρογενής
- νευρολογία
- νευρολογικός
- νευρολόγος
- νευροουρολογία
- νευροουρολόγος
- νεύρωση
- νευρωσικός
- νευρωτικός
- νεφρώνας
- νιόβιο
- νοσομανία
- νοσοφοβία
- ντοκτορά
- νυμφομανής
- ξανθοκυανωπία
- ξείδι
- ξένον
- ξενοφιλία
- ξενοφοβικός
- ξενόφοβος
- ξηροφιλικός
- ξηρόφιλος
- οδόσημο
- οδοτερμίτης
- όζον
- οζονόσφαιρα
- οζοντόσφαιρα
- οικολογία
- οικολόγος
- οικονομετρία
- οικοτουρισμός
- οικοτουριστικός
- οικότυπος
- οινολόγος
- οκτάνιο
- ολιγοδενδρίτης
- ολιγομηνόρροια
- ολιγοτροφικός
- ολισμός
- ολο-
- ολόγραμμα
- ολογραφία
- ολυμπισμός
- ολωνυμία
- ομοερωτικός
- ομοιοπαθητική
- ομοιόσταση
- ομοκοινωνικότητα
- ομοπλαστικός
- ομοφοβία
- ομοφοβικός
- ορεογραφία
- ορεομετρία
- ορθοστατικός
- οριζόντιος
- ορμονοθεραπεία
- ορνιθολόγος
- ορυκτολογικός
- ορυκτολόγος
- ορφισμός
- όσμιο
- οστίτιδα
- ουράνιο
- ουρανισμός
- Ουρανός
- ουχρονία
- οφιολιθικός
- οφιόλιθος
- -πάθεια
- παθολόγος
- παιδολογία
- παλαιο-
- παλαιοβιολογία
- παλαιοβιολόγος
- παλαιογεωγραφία
- παλαιογράφος
- παλαιοεθνολογία
- παλαιοζωικός
- παλαιοζωολογία
- παλιγγενεσία
- παλλάδιο
- πανδημία
- πανόραμα
- παντόγραμμα
- παπυρολόγος
- παραλληλογράφος
- παρανοϊκός
- παρασιτισμός
- παράσιτο
- παρασυμπαθητικός
- παραφιλία
- παρειδωλία
- παρενθετικός
- παρθενογένεση
- παρώνυμο
- παρωτίτιδα
- παφιοπέδιλο
- πεντα-
- πεπτίδιο
- περίαψη
- περινεύριο
- περινευρίτιδα
- περιτονία
- περιφερικός
- περονόσπορος
- πετρέλαιο
- πετρέλαιον
- πετρογραφικός
- πετροδολάριο
- πιεζοηλεκτρισμός
- πικόμετρο
- πλειστόκαινο
- πλειστόκαινος
- πλευρονήκτης
- πλευροπνευμονία
- πλουτώνιο
- πνευματοθεραπεία
- πνευμονο-
- πνευμονοπλευρίτιδα
- πόθος
- πολιοεγκεφαλίτιδα
- πολυβουταδιένιο
- πολυβουτυλένιο
- πολύγραφος
- πολυδακτυλία
- πολυμορφηματικός
- Πολυνησία
- πολυουρία
- πολυτεχνικός
- πολυυπνογραφία
- πολυφωνία
- πολύφωνος
- πρασεοδύμιο
- πρασινοδύμιο
- προ-
- προγναθικός
- προεκλαμψία
- προϊστορία
- προμήθειο
- προστατίτιδα
- πρωτακτίνιο
- πρωτεΐνη
- πρωτοξείδιο
- πρωτόπλασμα
- πρωτοπλασματικός
- πρωτοπλασμικός
- πρωτοπλάστης
- πτερόσαυρος
- πυρετοθεραπεία
- πυρόξενος
- ραδιο-
- ραδιοβιολογία
- ραδιογωνιομετρία
- ραδιομετεωρολογία
- ραδιόφωνο
- ραχιαλγία
- ραχιτισμός
- ρέζους
- ρεοβάση
- ρεοστάτης
- ρεοστατικός
- ρεοτροπικός
- ρεοτροπισμός
- ρετροσπεκτίβα
- ριζόμορφος
- ριζωματικός
- ρινίτιδα
- ρινολογία
- ρινολόγος
- ρινορραγικός
- ρόδιο
- ροοστάτης
- ροοστατικός
- -ρροια
- ρυθμολογία
- ρωτακισμός
- σακχαρομύκητας
- σάλπιγγα
- σαλπιγγογραφία
- σαρκοείδωση
- σατανισμός
- σεισμογράφος
- σεισμολόγος
- σεισμόμετρο
- σελήνιο
- σελοφάν
- σημασιολογία
- σινεμασκόπ
- σινεφίλ
- σινεφιλία
- σκάφανδρο
- σκληρεκτασία
- σκομβρίον
- σπηλαιολογία
- σπηλαιολόγος
- σταφυλόκοκκος
- στεατοπυγία
- στερεοτυπία
- στερεοφωνικός
- στίγμα
- στοιχειομετρία
- στρυχνίνη
- συγκινησία
- συγκύτιο
- συγχρονία
- συγχρονικός
- Συΐδες
- συλλαβάριο
- συμβιωτικός
- συμβολισμός
- συμβολιστής
- συμμετρικός
- συμφωνία
- συμφωνικός
- συναισθησία
- συντονίζω
- συστολικός
- σχιζοειδής
- σχιζοφρενής
- σωματομετρία
- ταντάλιο
- ταξί
- ταυτομερές
- ταχύπνοια
- τελεολογία
- τερατογένεση
- τερατογενής
- τεχνήτιο
- τεχνολόγος
- τηλε-
- τηλέγραφος
- τηλεθερμόμετρο
- τηλεκάρτα
- τηλεπάθεια
- τηλεσκόπιο
- τηλεφωνηματάκι
- τηλεφωνικός
- τηλέφωνο
- τιτάνιο
- τοξίνη
- τοπογραφικός
- τοπογράφος
- τούγια
- τρανσφοβία
- τριφασικός
- τριχοτιλλομανία
- τροπόπαυση
- τρυποφοβία
- τυμπανίτιδα
- -τυπία
- τύπος
- υαλογράφος
- υγρόμετρο
- υγρόφιλος
- υδρο-
- υδροβάτης
- Υδρόζωα
- υδροπνευματικός
- υδρόφιλος
- υδρωνυμία
- υδρωνύμιο
- υπεργλυκαιμία
- υπεργλυκαιμικός
- υπερέλικα
- υπερορθόδοξος
- υπεροσμία
- υπερώνυμο
- υπερώνυμος
- υπνόγραμμα
- υπνοθεραπεία
- υπνοπομπικός
- υποαλλεργικός
- υποθάλαμος
- υπόκεντρο
- υποκινησία
- υποσμία
- υπωνυμία
- υπώνυμο
- φαγοκύτταρο
- φαινότυπος
- φαιοχρωμοκύττωμα
- φαλλοκράτης
- φαρμακογνωσία
- φαρμακοδυναμική
- φαρμακοκινητικά
- φαρμακοκινητική
- φαρμακοκινητικός
- φαρυγγίτιδα
- φαρυγγωδυνία
- φεμινισμός
- φεμινίστρια
- φερομόνη
- φθόριο
- -φιλος
- φιλοφοβία
- -φοβία
- φοβοφοβία
- φρασεολογία
- φρουκτόζη
- φυλλοξήρα
- φυσιοκρατία
- φυτοβιολογία
- φυτογραφία
- φυτοορμόνη
- φωναγγειογράφημα
- φωναγγειογραφία
- φωνολογία
- φωνολόγος
- φωνόμετρο
- φωτο-
- φωτοακουστική
- φωτογραμμετρία
- φωτογραφία
- φωτογράφος
- φωτοσύνθεση
- φωτοφοβία
- φωτοχημεία
- χαρακτηρολογία
- χημειοθεραπεία
- χλωρίνη
- χλώριο
- χλωροκίνη
- χλωροφορμίζω
- χλωροφόρμιο
- χλωροφύλλη
- χολοκυστεκτομή
- χολοκυστίτιδα
- χολοκυστογραφία
- Χονδριχθύες
- χορογραφία
- χορογράφος
- χορογραφώ
- χορόδραμα
- χρονομέτρης
- χρονομετρία
- χρονόμετρο
- χρωμόσωμα
- ψευδοκύηση
- ψιττάκωση
- ψυχαναληπτικός
- ψυχεδέλεια
- ψυχεδελικός
- ψυχοβιολογία
- ψυχοβιολογικός
- ψυχοβιολογισμός
- ψυχοβιολόγος
- ψυχογένεια
- ψυχογένεση
- ψυχόδραμα
- ψυχοδραματικός
- ψυχοδυναμικός
- ψυχοδυναμισμός
- ψυχοληπτικός
- ψυχολόγος
- ψυχονεύρωση
- ψυχοπάθεια
- ψυχοσωματική
- ψυχοφυσική
- ψυχοφυσιολόγος
- ψυχοχειρουργική
- ψυχρόφιλος
- ωκεανογράφος
- ωκεανολογία
- ωκεανολόγος
- -ώνυμο
- ωτορινολαρυγγολόγος
- ωχρατοξίνη
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από διαγλωσσικούς όρους (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα λατινικά (νέα ελληνικά)