παρασυμπαθητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρασυμπαθητικός η παρασυμπαθητική το παρασυμπαθητικό
      γενική του παρασυμπαθητικού της παρασυμπαθητικής του παρασυμπαθητικού
    αιτιατική τον παρασυμπαθητικό την παρασυμπαθητική το παρασυμπαθητικό
     κλητική παρασυμπαθητικέ παρασυμπαθητική παρασυμπαθητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρασυμπαθητικοί οι παρασυμπαθητικές τα παρασυμπαθητικά
      γενική των παρασυμπαθητικών των παρασυμπαθητικών των παρασυμπαθητικών
    αιτιατική τους παρασυμπαθητικούς τις παρασυμπαθητικές τα παρασυμπαθητικά
     κλητική παρασυμπαθητικοί παρασυμπαθητικές παρασυμπαθητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παρασυμπαθητικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) parasympathetic < παρά + συμπαθητικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηθαπμυσαραπ

παρασυμπαθητικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτηθαπμυσαραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)