φαρμακοκινητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φαρμακοκινητικός η φαρμακοκινητική το φαρμακοκινητικό
      γενική του φαρμακοκινητικού της φαρμακοκινητικής του φαρμακοκινητικού
    αιτιατική τον φαρμακοκινητικό τη φαρμακοκινητική το φαρμακοκινητικό
     κλητική φαρμακοκινητικέ φαρμακοκινητική φαρμακοκινητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φαρμακοκινητικοί οι φαρμακοκινητικές τα φαρμακοκινητικά
      γενική των φαρμακοκινητικών των φαρμακοκινητικών των φαρμακοκινητικών
    αιτιατική τους φαρμακοκινητικούς τις φαρμακοκινητικές τα φαρμακοκινητικά
     κλητική φαρμακοκινητικοί φαρμακοκινητικές φαρμακοκινητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φαρμακοκινητικός < φαρμακοκινητική < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) pharmacokinetics < φάρμακο + κινητική

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηνικοκαμραφ

φαρμακοκινητικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την επιστήμη της φαρμακοκινητικής, που σχετίζεται με τον τρόπο που ουσιαστικά κινείται ένα φάρμακο στον οργανισμό, με τον τρόπο που μεταβολίζεται, που κατανέμεται στους ιστούς και που τελικά αποβάλλεται
    o φαρμακοκινητικός μηχανισμός απορρόφησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την αποτελεσματικότητα αλλά και την ασφάλεια του φαρμάκου

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτηνικοκαμραφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)