πετρογραφικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιφαργορτεπ
πετρογραφικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με την πετρογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή
- Η πετρογραφική ανάλυση των κόκκων κατέληξε ότι ήταν παρόμοιοι με τους κόκκους της άμμου στην παραλία όπου βρέθηκε το πτώμα. (*)
Συγγενικά
- πετρογραφία
- → δείτε τις λέξεις πέτρα και γράφω
Μεταφράσεις
πετρογραφικός
- ↑ πετρογραφικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)