ορμονοθεραπεία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορμονοθεραπεία οι ορμονοθεραπείες
      γενική της ορμονοθεραπείας των ορμονοθεραπειών
    αιτιατική την ορμονοθεραπεία τις ορμονοθεραπείες
     κλητική ορμονοθεραπεία ορμονοθεραπείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ορμονοθεραπεία < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) hormonothérapie < ορμόν(η) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -θεραπείαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεπαρεθονομρο

ορμονοθεραπεία θηλυκό

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεπαρεθονομρο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)