πολυβουτυλένιο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυβουτυλένιο τα πολυβουτυλένια
      γενική του πολυβουτυλενίου
& πολυβουτυλένιου
των πολυβουτυλενίων
    αιτιατική το πολυβουτυλένιο τα πολυβουτυλένια
     κλητική πολυβουτυλένιο πολυβουτυλένια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πολυβουτυλένιο < (νόθο σύνθετο) λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) polybutylene < poly- (πολυ-) (< αρχαία ελληνική πολυ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πολυ- (νέα ελληνικά)) + butylene (βουτυλένιο))

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οινελυτυοβυλοπ

πολυβουτυλένιο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πολυ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)