φαρμακοκινητική
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιτηνικοκαμραφ
φαρμακοκινητική θηλυκό
- (φαρμακευτική)Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά): η επιστημονική μελέτη των τρόπων με τους οποίους ένα φάρμακο απορροφάται από τον οργανισμό, κυκλοφορεί - κατανέμεται σε αυτόν, μεταβολίζεται (ηπατικός μεταβολισμός) και τελικά αποβάλλεται από αυτόν (νεφρική απέκκριση).
- η φαρμακοκινητική διερευνά τους μηχανισμούς απορρόφησης, κατανομής και αποβολής των φαρμάκων
- μάθημα που διδάχτηκαν οι φαρμακοποιοί στη Φαρμακευτικη Σχολή
- η «Κλινική Φαρμακοκινητική» αποτελεί εκπαιδευτικό αντικείμενο του τομέα «Φαρμακογνωσίας-Φαρμακολογίας» της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Συγγενικά
- φαρμακοκινητικός (τομέας)
- φαρμακοκινητικά (επίρρημα)
Μεταφράσεις
φαρμακοκινητική
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
φαρμακοκινητική
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηκιτηνικοκαμραφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)