οικοτουριστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οικοτουριστικός η οικοτουριστική το οικοτουριστικό
      γενική του οικοτουριστικού της οικοτουριστικής του οικοτουριστικού
    αιτιατική τον οικοτουριστικό την οικοτουριστική το οικοτουριστικό
     κλητική οικοτουριστικέ οικοτουριστική οικοτουριστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οικοτουριστικοί οι οικοτουριστικές τα οικοτουριστικά
      γενική των οικοτουριστικών των οικοτουριστικών των οικοτουριστικών
    αιτιατική τους οικοτουριστικούς τις οικοτουριστικές τα οικοτουριστικά
     κλητική οικοτουριστικοί οικοτουριστικές οικοτουριστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

οικοτουριστικός < οικοτουρισμός + -τικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) ecotourism

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιρυοτοκιο

οικοτουριστικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσιρυοτοκιο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)