μεταχρονολογημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταχρονολογημένος η μεταχρονολογημένη το μεταχρονολογημένο
      γενική του μεταχρονολογημένου της μεταχρονολογημένης του μεταχρονολογημένου
    αιτιατική τον μεταχρονολογημένο τη μεταχρονολογημένη το μεταχρονολογημένο
     κλητική μεταχρονολογημένε μεταχρονολογημένη μεταχρονολογημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταχρονολογημένοι οι μεταχρονολογημένες τα μεταχρονολογημένα
      γενική των μεταχρονολογημένων των μεταχρονολογημένων των μεταχρονολογημένων
    αιτιατική τους μεταχρονολογημένους τις μεταχρονολογημένες τα μεταχρονολογημένα
     κλητική μεταχρονολογημένοι μεταχρονολογημένες μεταχρονολογημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεταχρονολογημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταχρονολογώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά). Μορφολογικά αναλύεται σε μετα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) + χρονολογημένος.

Προφορά

ΔΦΑ : /me.ta.xɾo.no.lo.ʝiˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταχρονολοτημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηγολονορχατεμ

μεταχρονολογημένος, -η, -ο

  1. (σε έγγραφο) που αναγράφει χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική (τη χρονολογία της συγγραφής του)
    παράδειγμα  Η εισαγωγή ήταν μεταχρονολογημένη με χρονολογία «1946», αλλά γνωρίζουμε ότι ο συγγραφέας τη συνέταξε πριν το 1940, όπως βεβαιώνει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του.
  2. (για τσεκ προσωπικού τραπεζικού λογαριασμού) που αναγράφει ημερομηνία μεταγενέστερη από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης, πράγμα που σημαίνει ότι... (Χρειάζεται επεξεργασία)Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (ελληνικά)
    παράδειγμα  (Χρειάζεται παράδειγμα που να δείχνει τι συμβαίνει)Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (ελληνικά) μια συνήθης πρακτική στο εμπόριο είναι η πληρωμή των προμηθευτών με μεταχρονολογημένες επιταγές

=Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηγολονορχατεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (ελληνικά)