μετεγκέφαλος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μετεγκέφαλος | οι | μετεγκέφαλοι |
| γενική | του | μετεγκέφαλου & μετεγκεφάλου |
των | μετεγκέφαλων & μετεγκεφάλων |
| αιτιατική | τον | μετεγκέφαλο | τους | μετεγκέφαλους & μετεγκεφάλους |
| κλητική | μετεγκέφαλε | μετεγκέφαλοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σολαφεκγετεμ
μετεγκέφαλος αρσενικό
- (ανατομία)Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) αναπτυξιακή μοίρα του οπισθίου εγκεφάλου, από την οποία διαφοροποιούνται δομές καίριες για τον συντονισμό της κίνησης και τη διαβίβαση νευρικών ώσεων, όπως η παρεγκεφαλίδα και η γέφυρα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
μετεγκέφαλος
Πηγές
- μετεγκέφαλος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σολαφεκγετεμ
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)