μετεκπαιδευόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μετεκπαιδευόμενος η μετεκπαιδευόμενη το μετεκπαιδευόμενο
      γενική του μετεκπαιδευόμενου της μετεκπαιδευόμενης του μετεκπαιδευόμενου
    αιτιατική τον μετεκπαιδευόμενο τη μετεκπαιδευόμενη το μετεκπαιδευόμενο
     κλητική μετεκπαιδευόμενε μετεκπαιδευόμενη μετεκπαιδευόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μετεκπαιδευόμενοι οι μετεκπαιδευόμενες τα μετεκπαιδευόμενα
      γενική των μετεκπαιδευόμενων των μετεκπαιδευόμενων των μετεκπαιδευόμενων
    αιτιατική τους μετεκπαιδευόμενους τις μετεκπαιδευόμενες τα μετεκπαιδευόμενα
     κλητική μετεκπαιδευόμενοι μετεκπαιδευόμενες μετεκπαιδευόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουεδιαπκετεμ

μετεκπαιδευόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμουεδιαπκετεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά