μεφιστοφελικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεφιστοφελικός η μεφιστοφελική το μεφιστοφελικό
      γενική του μεφιστοφελικού της μεφιστοφελικής του μεφιστοφελικού
    αιτιατική τον μεφιστοφελικό τη μεφιστοφελική το μεφιστοφελικό
     κλητική μεφιστοφελικέ μεφιστοφελική μεφιστοφελικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεφιστοφελικοί οι μεφιστοφελικές τα μεφιστοφελικά
      γενική των μεφιστοφελικών των μεφιστοφελικών των μεφιστοφελικών
    αιτιατική τους μεφιστοφελικούς τις μεφιστοφελικές τα μεφιστοφελικά
     κλητική μεφιστοφελικοί μεφιστοφελικές μεφιστοφελικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μεφιστοφελικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) γαλλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) méphistophélique < γερμανική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Mephistopheles / Mephostophiles / Mephostophilus < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) μή + φάος + φίλος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιλεφοτσιφεμ

μεφιστοφελικός

  1. που έχει σχέση με τον Μεφιστοφελή ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. (κατ’ επέκταση) διαβολικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιλεφοτσιφεμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)