νεραϊδογεννημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεραϊδογεννημένος η νεραϊδογεννημένη το νεραϊδογεννημένο
      γενική του νεραϊδογεννημένου της νεραϊδογεννημένης του νεραϊδογεννημένου
    αιτιατική τον νεραϊδογεννημένο τη νεραϊδογεννημένη το νεραϊδογεννημένο
     κλητική νεραϊδογεννημένε νεραϊδογεννημένη νεραϊδογεννημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεραϊδογεννημένοι οι νεραϊδογεννημένες τα νεραϊδογεννημένα
      γενική των νεραϊδογεννημένων των νεραϊδογεννημένων των νεραϊδογεννημένων
    αιτιατική τους νεραϊδογεννημένους τις νεραϊδογεννημένες τα νεραϊδογεννημένα
     κλητική νεραϊδογεννημένοι νεραϊδογεννημένες νεραϊδογεννημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νεραϊδογεννημένος < νεράιδ(α) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + γεννημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γεννάωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / γεννώ

Προφορά

ΔΦΑ : /ne.ɾai̯.ðo.ʝe.niˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: νεραϊδογεννημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηννεγοδιαρεν

νεραϊδογεννημένος (μετοχή χωρίς ρήμα)Κατηγορία:Μετοχές σύνθετες χωρίς ρήμα (νέα ελληνικά)

  1. που τον γέννησε νεράιδα
  2. (συνεκδοχικά) πολύ όμορφος

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηννεγοδιαρεν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές σύνθετες χωρίς ρήμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά