νομοθετική εξουσία
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισυοξεηκιτεθομον
νομοθετική εξουσία θηλυκό
- (πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά), νομικός όροςΚατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)) η κυρίαρχη λειτουργία της πολιτείας που συνίσταται στη θέσπιση, τροποποίηση και κατάργηση των γενικών κανόνων δικαίου, η οποία —ασκούμενη συνήθως από το κοινοβούλιο— εκφράζει τη λαϊκή βούληση και καθορίζει το νομικό πλαίσιο δράσης των υπόλοιπων κρατικών οργάνων
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
νομοθετική εξουσία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)