πληροφορούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πληροφορούμενος η πληροφορούμενη το πληροφορούμενο
      γενική του πληροφορούμενου της πληροφορούμενης του πληροφορούμενου
    αιτιατική τον πληροφορούμενο την πληροφορούμενη το πληροφορούμενο
     κλητική πληροφορούμενε πληροφορούμενη πληροφορούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πληροφορούμενοι οι πληροφορούμενες τα πληροφορούμενα
      γενική των πληροφορούμενων των πληροφορούμενων των πληροφορούμενων
    αιτιατική τους πληροφορούμενους τις πληροφορούμενες τα πληροφορούμενα
     κλητική πληροφορούμενοι πληροφορούμενες πληροφορούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /pli.ɾo.foˈɾu.me.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πληροφορούμενος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοροφορηλπ

πληροφορούμενος, -η, -ο

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά