πολιομυελιτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- πολιομυελιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) γαλλική Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) poliomyélitique[1][2] + -ός < poliomeylite < αρχαία ελληνική πολιός + μυελός
- Και ουσιαστικοποιημένο.
Προφορά
- ΔΦΑ : /po.li.o.mi.e.li.tiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πο‐λι‐ο‐μυ‐ε‐λι‐τι‐κός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτιλευμοιλοπ
πολιομυελιτικός, -ή, -ό (χωρίς παραθετικά)Κατηγορία:Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με την πολιομυελίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή
Αντώνυμα
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις πολιομυελίτιδα, πολιός και μυελός
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτιλευμοιλοπ
πολιομυελιτικός αρσενικό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) αυτός που πάσχει από την ασθένεια της πολιομυελίτιδας
Μεταφράσεις
πολιομυελιτικός
Αναφορές
- ↑ πολιομυελιτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ s.v. αντιπολιομυελιτικός - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
[πολυομυελίτιδα > αναμενόμενο πολιομυελιτιδικός]
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)