πολυμεταγγιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολυμεταγγιζόμενος η πολυμεταγγιζόμενη το πολυμεταγγιζόμενο
      γενική του πολυμεταγγιζόμενου της πολυμεταγγιζόμενης του πολυμεταγγιζόμενου
    αιτιατική τον πολυμεταγγιζόμενο την πολυμεταγγιζόμενη το πολυμεταγγιζόμενο
     κλητική πολυμεταγγιζόμενε πολυμεταγγιζόμενη πολυμεταγγιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολυμεταγγιζόμενοι οι πολυμεταγγιζόμενες τα πολυμεταγγιζόμενα
      γενική των πολυμεταγγιζόμενων των πολυμεταγγιζόμενων των πολυμεταγγιζόμενων
    αιτιατική τους πολυμεταγγιζόμενους τις πολυμεταγγιζόμενες τα πολυμεταγγιζόμενα
     κλητική πολυμεταγγιζόμενοι πολυμεταγγιζόμενες πολυμεταγγιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πολυμεταγγιζόμενος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιγγατεμυλοπ

πολυμεταγγιζόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιγγατεμυλοπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά