προβληματιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προβληματιζόμενος η προβληματιζόμενη το προβληματιζόμενο
      γενική του προβληματιζόμενου της προβληματιζόμενης του προβληματιζόμενου
    αιτιατική τον προβληματιζόμενο την προβληματιζόμενη το προβληματιζόμενο
     κλητική προβληματιζόμενε προβληματιζόμενη προβληματιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προβληματιζόμενοι οι προβληματιζόμενες τα προβληματιζόμενα
      γενική των προβληματιζόμενων των προβληματιζόμενων των προβληματιζόμενων
    αιτιατική τους προβληματιζόμενους τις προβληματιζόμενες τα προβληματιζόμενα
     κλητική προβληματιζόμενοι προβληματιζόμενες προβληματιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιταμηλβορπ

προβληματιζόμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιταμηλβορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά