προβληματικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προβληματικότητα οι προβληματικότητες
      γενική της προβληματικότητας των προβληματικοτήτων
    αιτιατική την προβληματικότητα τις προβληματικότητες
     κλητική προβληματικότητα προβληματικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προβληματικότητα (μαρτυρείται από το 1864)[1]< προβληματικ(ός) + -ότηταΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά) (λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) γαλλική Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) problématisation)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιταμηλβορπ

προβληματικότητα θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. προβληματικότητα, σελ.840, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ότητα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)