προβουλκανισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προβουλκανισμένος η προβουλκανισμένη το προβουλκανισμένο
      γενική του προβουλκανισμένου της προβουλκανισμένης του προβουλκανισμένου
    αιτιατική τον προβουλκανισμένο την προβουλκανισμένη το προβουλκανισμένο
     κλητική προβουλκανισμένε προβουλκανισμένη προβουλκανισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προβουλκανισμένοι οι προβουλκανισμένες τα προβουλκανισμένα
      γενική των προβουλκανισμένων των προβουλκανισμένων των προβουλκανισμένων
    αιτιατική τους προβουλκανισμένους τις προβουλκανισμένες τα προβουλκανισμένα
     κλητική προβουλκανισμένοι προβουλκανισμένες προβουλκανισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προβουλκανισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βουλκανίζωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / προ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά) + βουλκανισμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσινακλυοβορπ

προβουλκανισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσινακλυοβορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά