προβουλκανισμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- προβουλκανισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βουλκανίζωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / προ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά) + βουλκανισμένος
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσινακλυοβορπ
προβουλκανισμένος, -η, -ο
- που έχει υποστεί βουλκανισμό εκ των προτέρων, από πριν
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) 64ζ. Γαλακτώδης οπός (λατέξ) του συνθετικού καουτσούκ. Γαλακτώδης οπός του συνθετικού καουτσούκ προβουλκανισμένος. Συνδετικό καουτσούκ. Τεχνητό καουτσούκ που προέρχεται από λάδια (Δ.Κ. 40.02). (Νόμος υπ΄αριθ. 1676/1986, ΦΕΚ 204/Α/29-12-1986, Καθορισμός των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ρύθμιση άλλων θεμάτων )
Μεταφράσεις
προβουλκανισμένος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα προ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά