προεισπραττόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προεισπραττόμενος η προεισπραττόμενη το προεισπραττόμενο
      γενική του προεισπραττόμενου της προεισπραττόμενης του προεισπραττόμενου
    αιτιατική τον προεισπραττόμενο την προεισπραττόμενη το προεισπραττόμενο
     κλητική προεισπραττόμενε προεισπραττόμενη προεισπραττόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προεισπραττόμενοι οι προεισπραττόμενες τα προεισπραττόμενα
      γενική των προεισπραττόμενων των προεισπραττόμενων των προεισπραττόμενων
    αιτιατική τους προεισπραττόμενους τις προεισπραττόμενες τα προεισπραττόμενα
     κλητική προεισπραττόμενοι προεισπραττόμενες προεισπραττόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοτταρπσιεορπ

προεισπραττόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοτταρπσιεορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά