προκριματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προκριματικός η προκριματική το προκριματικό
      γενική του προκριματικού της προκριματικής του προκριματικού
    αιτιατική τον προκριματικό την προκριματική το προκριματικό
     κλητική προκριματικέ προκριματική προκριματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προκριματικοί οι προκριματικές τα προκριματικά
      γενική των προκριματικών των προκριματικών των προκριματικών
    αιτιατική τους προκριματικούς τις προκριματικές τα προκριματικά
     κλητική προκριματικοί προκριματικές προκριματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προκριματικός, ήδη από το 1883 ως «προκριματικαὶ ἀγωγαί» για τον λατινικό όρο praejudiciales actiones.[1] Παραβάλετε τη μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) προκριματικός (που φέρνει μειονέκτημα)[2]
Μορφολογικά αναλύεται σε πρόκριμα, προκριματ- + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /pɾo.kɾi.ma.tiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: προκριματικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμιρκορπ

προκριματικός, -ή, -ό (χωρίς παραθετικά)Κατηγορία:Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)

  1. που σχετίζεται με την αρχική κι όχι την τελική κρίση για κάτι
    παράδειγμα  προκριματικός διαγωνισμός, προκριματικός γύρος συζητήσεων
     συνώνυμα: προκαταρκτικός
  2. (αθλητισμός)Κατηγορία:Αθλητισμός (νέα ελληνικά) που το αποτέλεσμά του θα αναδείξει ποιοι αθλητές ή ποιες ομάδες θα συνεχίσουν στην επόμεση φάση (ενός αθλήματος, μιας διοργάνωσης)
    παράδειγμα  Στον προκριματικό αγώνα πήρε εύκολα τη δεύτερη θέση και πέρασε στην ημιτελική φάση.

Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη προκρίνω

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. 1 2 προκριματικαὶ ἀγωγαί, σελ.848, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. 1 2 προκριματικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. προκριματικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

Ετυμολογία

προκριματικός < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά) πρόκριμαΚατηγορία:Δημιουργία λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά), προκριματ- + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (μεσαιωνικά ελληνικά)
Διαφορετική σημασία για το νεοελληνικό προκριματικός.


Κλιτικοί τύποι


Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη προκρίνω

Πηγές

Κατηγορία:Αθλητισμός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα χωρίς παραθετικά (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)