προλεταριοποιώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποιρατελορπ
προλεταριοποιώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | προλεταριοποιώ | προλεταριοποιούσα | θα προλεταριοποιώ | να προλεταριοποιώ | προλεταριοποιώντας | |
| β' ενικ. | προλεταριοποιείς | προλεταριοποιούσες | θα προλεταριοποιείς | να προλεταριοποιείς | (προλεταριοποίει) | |
| γ' ενικ. | προλεταριοποιεί | προλεταριοποιούσε | θα προλεταριοποιεί | να προλεταριοποιεί | ||
| α' πληθ. | προλεταριοποιούμε | προλεταριοποιούσαμε | θα προλεταριοποιούμε | να προλεταριοποιούμε | ||
| β' πληθ. | προλεταριοποιείτε | προλεταριοποιούσατε | θα προλεταριοποιείτε | να προλεταριοποιείτε | προλεταριοποιείτε | |
| γ' πληθ. | προλεταριοποιούν(ε) | προλεταριοποιούσαν(ε) | θα προλεταριοποιούν(ε) | να προλεταριοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | προλεταριοποίησα | θα προλεταριοποιήσω | να προλεταριοποιήσω | προλεταριοποιήσει | ||
| β' ενικ. | προλεταριοποίησες | θα προλεταριοποιήσεις | να προλεταριοποιήσεις | προλεταριοποίησε | ||
| γ' ενικ. | προλεταριοποίησε | θα προλεταριοποιήσει | να προλεταριοποιήσει | |||
| α' πληθ. | προλεταριοποιήσαμε | θα προλεταριοποιήσουμε | να προλεταριοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | προλεταριοποιήσατε | θα προλεταριοποιήσετε | να προλεταριοποιήσετε | προλεταριοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | προλεταριοποίησαν προλεταριοποιήσαν(ε) |
θα προλεταριοποιήσουν(ε) | να προλεταριοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω προλεταριοποιήσει | είχα προλεταριοποιήσει | θα έχω προλεταριοποιήσει | να έχω προλεταριοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις προλεταριοποιήσει | είχες προλεταριοποιήσει | θα έχεις προλεταριοποιήσει | να έχεις προλεταριοποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει προλεταριοποιήσει | είχε προλεταριοποιήσει | θα έχει προλεταριοποιήσει | να έχει προλεταριοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε προλεταριοποιήσει | είχαμε προλεταριοποιήσει | θα έχουμε προλεταριοποιήσει | να έχουμε προλεταριοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε προλεταριοποιήσει | είχατε προλεταριοποιήσει | θα έχετε προλεταριοποιήσει | να έχετε προλεταριοποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν προλεταριοποιήσει | είχαν προλεταριοποιήσει | θα έχουν προλεταριοποιήσει | να έχουν προλεταριοποιήσει |
| |
Μεταφράσεις
προλεταριοποιώ
- ↑ προλεταριοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κοινωνιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)