προπηλακιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προπηλακιζόμενος η προπηλακιζόμενη το προπηλακιζόμενο
      γενική του προπηλακιζόμενου της προπηλακιζόμενης του προπηλακιζόμενου
    αιτιατική τον προπηλακιζόμενο την προπηλακιζόμενη το προπηλακιζόμενο
     κλητική προπηλακιζόμενε προπηλακιζόμενη προπηλακιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προπηλακιζόμενοι οι προπηλακιζόμενες τα προπηλακιζόμενα
      γενική των προπηλακιζόμενων των προπηλακιζόμενων των προπηλακιζόμενων
    αιτιατική τους προπηλακιζόμενους τις προπηλακιζόμενες τα προπηλακιζόμενα
     κλητική προπηλακιζόμενοι προπηλακιζόμενες προπηλακιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προπηλακιζόμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) προπηλακιζόμενος ( δείτε  προπηλακίζω, ρίχνω λάσπη)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζικαληπορπ

προπηλακιζόμενος, -η, -ο

Αντώνυμα

Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική προπηλακιζόμενος προπηλακιζομένη τὸ προπηλακιζόμενον
      γενική τοῦ προπηλακιζομένου τῆς προπηλακιζομένης τοῦ προπηλακιζομένου
      δοτική τῷ προπηλακιζομέν τῇ προπηλακιζομέν τῷ προπηλακιζομέν
    αιτιατική τὸν προπηλακιζόμενον τὴν προπηλακιζομένην τὸ προπηλακιζόμενον
     κλητική ! προπηλακιζόμενε προπηλακιζομένη προπηλακιζόμενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ προπηλακιζόμενοι αἱ προπηλακιζόμεναι τὰ προπηλακιζόμεν
      γενική τῶν προπηλακιζομένων τῶν προπηλακιζομένων τῶν προπηλακιζομένων
      δοτική τοῖς προπηλακιζομένοις ταῖς προπηλακιζομέναις τοῖς προπηλακιζομένοις
    αιτιατική τοὺς προπηλακιζομένους τὰς προπηλακιζομένᾱς τὰ προπηλακιζόμεν
     κλητική ! προπηλακιζόμενοι προπηλακιζόμεναι προπηλακιζόμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ προπηλακιζομένω τὼ προπηλακιζομέν τὼ προπηλακιζομένω
      γεν-δοτ τοῖν προπηλακιζομένοιν τοῖν προπηλακιζομέναιν τοῖν προπηλακιζομένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυόμενος' όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμοζικαληπορπ

προπηλακιζόμενος, -η, -ον

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές μεσοπαθητικού ενεστώτα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)