προπορευμόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προπορευμόμενος η προπορευμόμενη το προπορευμόμενο
      γενική του προπορευμόμενου της προπορευμόμενης του προπορευμόμενου
    αιτιατική τον προπορευμόμενο την προπορευμόμενη το προπορευμόμενο
     κλητική προπορευμόμενε προπορευμόμενη προπορευμόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προπορευμόμενοι οι προπορευμόμενες τα προπορευμόμενα
      γενική των προπορευμόμενων των προπορευμόμενων των προπορευμόμενων
    αιτιατική τους προπορευμόμενους τις προπορευμόμενες τα προπορευμόμενα
     κλητική προπορευμόμενοι προπορευμόμενες προπορευμόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

προπορευμόμενος < προπορεύομαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμομυεροπορπ

προπορευμόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμομυεροπορπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά