πρωτοβάθμιος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωτοβάθμιος η πρωτοβάθμια το πρωτοβάθμιο
      γενική του πρωτοβάθμιου της πρωτοβάθμιας του πρωτοβάθμιου
    αιτιατική τον πρωτοβάθμιο την πρωτοβάθμια το πρωτοβάθμιο
     κλητική πρωτοβάθμιε πρωτοβάθμια πρωτοβάθμιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωτοβάθμιοι οι πρωτοβάθμιες τα πρωτοβάθμια
      γενική των πρωτοβάθμιων των πρωτοβάθμιων των πρωτοβάθμιων
    αιτιατική τους πρωτοβάθμιους τις πρωτοβάθμιες τα πρωτοβάθμια
     κλητική πρωτοβάθμιοι πρωτοβάθμιες πρωτοβάθμια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πρωτοβάθμιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) πρωτοβάθμιος < μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) πρωτοβάθμιος (που καταλαμβάνει την πρώτη θέση) < πρωτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτο- (νέα ελληνικά) + -βάθμιοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -βάθμιος (νέα ελληνικά) (βαθμ(ός) + -ιοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιος (νέα ελληνικά)). Νεότερες σημασίες < γαλλική Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) de premier degré, αγγλική Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) primary[1]. Παραβάλετε ελληνιστική κοινή πρωτόβαθμος (πρώτης τάξης)[2].

Προφορά

ΔΦΑ : /pɾo.toˈvaθ.mi.os/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρωτοβάθμιος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοιμθαβοτωρπ

πρωτοβάθμιος, -α, -ο

  1. που κατέχει τον πρώτο και ανώτερο βαθμό μιας ιεραρχίας
    παράδειγμα πρωτοβάθμιος υπάλληλος, πρωτοβάθμιος καθηγητής
     δείτε ανώτατος, πρωτοκλασάτος και ύπατος
  2. που αποτελεί την πρώτη, ιεραρχικά κατώτερη βαθμίδα πριν από την δευτεροβάθμια
    παράδειγμα Πρωτοβάθμια εκπαίδευση  συνώνυμα: στοιχειώδης
    παράδειγμα πρωτοβάθμιο δικαστήριο  συνώνυμα: πρωτοδικείο
    παράδειγμα Πρωτοβάθμια επιτροπή: συνδικαλιστική οργάνωση

Πολυλεκτικοί όροι

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. πρωτοβάθμιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. πρωτοβάθμιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοιμθαβοτωρπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -βάθμιος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πρωτο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)