πρωτοεμφανιζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρωτοεμφανιζόμενος η πρωτοεμφανιζόμενη το πρωτοεμφανιζόμενο
      γενική του πρωτοεμφανιζόμενου της πρωτοεμφανιζόμενης του πρωτοεμφανιζόμενου
    αιτιατική τον πρωτοεμφανιζόμενο την πρωτοεμφανιζόμενη το πρωτοεμφανιζόμενο
     κλητική πρωτοεμφανιζόμενε πρωτοεμφανιζόμενη πρωτοεμφανιζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρωτοεμφανιζόμενοι οι πρωτοεμφανιζόμενες τα πρωτοεμφανιζόμενα
      γενική των πρωτοεμφανιζόμενων των πρωτοεμφανιζόμενων των πρωτοεμφανιζόμενων
    αιτιατική τους πρωτοεμφανιζόμενους τις πρωτοεμφανιζόμενες τα πρωτοεμφανιζόμενα
     κλητική πρωτοεμφανιζόμενοι πρωτοεμφανιζόμενες πρωτοεμφανιζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

πρωτοεμφανιζόμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πρωτοεμφανίζομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιναφμεοτωρπ

πρωτοεμφανιζόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιναφμεοτωρπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά