ρυμοτομούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ρυμοτομούμενος η ρυμοτομούμενη το ρυμοτομούμενο
      γενική του ρυμοτομούμενου της ρυμοτομούμενης του ρυμοτομούμενου
    αιτιατική τον ρυμοτομούμενο τη ρυμοτομούμενη το ρυμοτομούμενο
     κλητική ρυμοτομούμενε ρυμοτομούμενη ρυμοτομούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ρυμοτομούμενοι οι ρυμοτομούμενες τα ρυμοτομούμενα
      γενική των ρυμοτομούμενων των ρυμοτομούμενων των ρυμοτομούμενων
    αιτιατική τους ρυμοτομούμενους τις ρυμοτομούμενες τα ρυμοτομούμενα
     κλητική ρυμοτομούμενοι ρυμοτομούμενες ρυμοτομούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυομοτομυρ

ρυμοτομούμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυομοτομυρ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά