σακχαρομετρικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σακχαρομετρικός η σακχαρομετρική το σακχαρομετρικό
      γενική του σακχαρομετρικού της σακχαρομετρικής του σακχαρομετρικού
    αιτιατική τον σακχαρομετρικό τη σακχαρομετρική το σακχαρομετρικό
     κλητική σακχαρομετρικέ σακχαρομετρική σακχαρομετρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σακχαρομετρικοί οι σακχαρομετρικές τα σακχαρομετρικά
      γενική των σακχαρομετρικών των σακχαρομετρικών των σακχαρομετρικών
    αιτιατική τους σακχαρομετρικούς τις σακχαρομετρικές τα σακχαρομετρικά
     κλητική σακχαρομετρικοί σακχαρομετρικές σακχαρομετρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σακχαρομετρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) γαλλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) saccharimétrique < saccharométrie < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) σάκχαρον / σάκχαρις + αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) μέτρον

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρτεμοραχκασ

σακχαρομετρικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιρτεμοραχκασ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)