σκουληκιάρικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκουληκιάρικος η σκουληκιάρικη το σκουληκιάρικο
      γενική του σκουληκιάρικου της σκουληκιάρικης του σκουληκιάρικου
    αιτιατική τον σκουληκιάρικο τη σκουληκιάρικη το σκουληκιάρικο
     κλητική σκουληκιάρικε σκουληκιάρικη σκουληκιάρικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκουληκιάρικοι οι σκουληκιάρικες τα σκουληκιάρικα
      γενική των σκουληκιάρικων των σκουληκιάρικων των σκουληκιάρικων
    αιτιατική τους σκουληκιάρικους τις σκουληκιάρικες τα σκουληκιάρικα
     κλητική σκουληκιάρικοι σκουληκιάρικες σκουληκιάρικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σκουληκιάρικος < σκουληκιάρ(ης) + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) <  δείτε τη λέξη σκουλήκι

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραικηλυοκσ

σκουληκιάρικος

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιραικηλυοκσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά