σκουληκιάρικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- σκουληκιάρικος < σκουληκιάρ(ης) + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) < → δείτε τη λέξη σκουλήκι
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραικηλυοκσ
σκουληκιάρικος
- γεμάτος σκουλήκια
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
σκουληκιάρικος
|
|