σπαγγοραμμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπαγγοραμμένος η σπαγγοραμμένη το σπαγγοραμμένο
      γενική του σπαγγοραμμένου της σπαγγοραμμένης του σπαγγοραμμένου
    αιτιατική τον σπαγγοραμμένο τη σπαγγοραμμένη το σπαγγοραμμένο
     κλητική σπαγγοραμμένε σπαγγοραμμένη σπαγγοραμμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπαγγοραμμένοι οι σπαγγοραμμένες τα σπαγγοραμμένα
      γενική των σπαγγοραμμένων των σπαγγοραμμένων των σπαγγοραμμένων
    αιτιατική τους σπαγγοραμμένους τις σπαγγοραμμένες τα σπαγγοραμμένα
     κλητική σπαγγοραμμένοι σπαγγοραμμένες σπαγγοραμμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

σπαγγοραμμένος < σπάγγ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ραμμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμαρογγαπσ

σπαγγοραμμένος, -η, -ο (μετοχή χωρίς ρήμα)Κατηγορία:Μετοχές σύνθετες χωρίς ρήμα (νέα ελληνικά)

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές σύνθετες χωρίς ρήμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά