στοιχειοθετημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητεθοιεχιοτσ
στοιχειοθετημένος, -η, -ο
- που έχει στοιχειοθετηθεί, τεκμηριωθεί
- η κατηγορία δεν ήταν επαρκώς στοιχειοθετημένη και αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι
- (τυπογραφία)Κατηγορία:Τυπογραφία (νέα ελληνικά) το κείμενο που είναι έτοιμο να τυπωθεί, καθώς τα τυπογραφικά στοιχεία έχουν τεθεί στις σωστές θέσεις
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Επειδή κάθε τύπωμα έχει κατά κανόνα: κολοφώνα του τυπογραφείου Κασιμάτη και Ιωνά, έντυπον αύξοντα αριθμό ή έντυπη σελιδαρίθμηση, και κείμενο στοιχειοθετημένο με ελζεβίρ των 10, αλλά και επειδή... (Γιώργος Π. Σαββίδης, Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932): περιγραφή και σχόλιο: βιβλιογραφική μελέτη, εκδ. Ίκαρος 1992, σελ. 300)
→ δείτε τη λέξη στοιχειοθετώ
Μεταφράσεις
τεκμηριωμένο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Τυπογραφία (νέα ελληνικά)