στρατιωτικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στρατιωτικοποιημένος η στρατιωτικοποιημένη το στρατιωτικοποιημένο
      γενική του στρατιωτικοποιημένου της στρατιωτικοποιημένης του στρατιωτικοποιημένου
    αιτιατική τον στρατιωτικοποιημένο τη στρατιωτικοποιημένη το στρατιωτικοποιημένο
     κλητική στρατιωτικοποιημένε στρατιωτικοποιημένη στρατιωτικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στρατιωτικοποιημένοι οι στρατιωτικοποιημένες τα στρατιωτικοποιημένα
      γενική των στρατιωτικοποιημένων των στρατιωτικοποιημένων των στρατιωτικοποιημένων
    αιτιατική τους στρατιωτικοποιημένους τις στρατιωτικοποιημένες τα στρατιωτικοποιημένα
     κλητική στρατιωτικοποιημένοι στρατιωτικοποιημένες στρατιωτικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιτωιταρτσ

στρατιωτικοποιημένος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκιτωιταρτσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά