συγκεκομμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συγκεκομμένος η συγκεκομμένη το συγκεκομμένο
      γενική του συγκεκομμένου της συγκεκομμένης του συγκεκομμένου
    αιτιατική τον συγκεκομμένο τη συγκεκομμένη το συγκεκομμένο
     κλητική συγκεκομμένε συγκεκομμένη συγκεκομμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συγκεκομμένοι οι συγκεκομμένες τα συγκεκομμένα
      γενική των συγκεκομμένων των συγκεκομμένων των συγκεκομμένων
    αιτιατική τους συγκεκομμένους τις συγκεκομμένες τα συγκεκομμένα
     κλητική συγκεκομμένοι συγκεκομμένες συγκεκομμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συγκεκομμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) συγκεκομμένος στην ελληνιστική σημασία για τη γραμματική

Προφορά

ΔΦΑ : /siŋ.ɟe.koˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: συγκεκομμένος
παλιότερος συλλαβισμός: συγκεκομμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμοκεκγυσ

συγκεκομμένος, -η, -ο

Παράγωγα

Συγγενικά

 και δείτε τις λέξεις συν, κόπτω και κόβω

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές



Αρχαία ελληνικά (grc)

ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμμοκεκγυσ

συγκεκομμένος, -η, -ον

Κλίση

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική συγκεκομμένος συγκεκομμένη τὸ συγκεκομμένον
      γενική τοῦ συγκεκομμένου τῆς συγκεκομμένης τοῦ συγκεκομμένου
      δοτική τῷ συγκεκομμέν τῇ συγκεκομμέν τῷ συγκεκομμέν
    αιτιατική τὸν συγκεκομμένον τὴν συγκεκομμένην τὸ συγκεκομμένον
     κλητική ! συγκεκομμένε συγκεκομμένη συγκεκομμένον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ συγκεκομμένοι αἱ συγκεκομμέναι τὰ συγκεκομμέν
      γενική τῶν συγκεκομμένων τῶν συγκεκομμένων τῶν συγκεκομμένων
      δοτική τοῖς συγκεκομμένοις ταῖς συγκεκομμέναις τοῖς συγκεκομμένοις
    αιτιατική τοὺς συγκεκομμένους τὰς συγκεκομμένᾱς τὰ συγκεκομμέν
     κλητική ! συγκεκομμένοι συγκεκομμέναι συγκεκομμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συγκεκομμένω τὼ συγκεκομμέν τὼ συγκεκομμένω
      γεν-δοτ τοῖν συγκεκομμένοιν τοῖν συγκεκομμέναιν τοῖν συγκεκομμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμμοκεκγυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Γραμματική (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)