συγκολλητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συγκολλητικός η συγκολλητική το συγκολλητικό
      γενική του συγκολλητικού της συγκολλητικής του συγκολλητικού
    αιτιατική τον συγκολλητικό τη συγκολλητική το συγκολλητικό
     κλητική συγκολλητικέ συγκολλητική συγκολλητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συγκολλητικοί οι συγκολλητικές τα συγκολλητικά
      γενική των συγκολλητικών των συγκολλητικών των συγκολλητικών
    αιτιατική τους συγκολλητικούς τις συγκολλητικές τα συγκολλητικά
     κλητική συγκολλητικοί συγκολλητικές συγκολλητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συγκολλητικός < συγκολλώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηλλοκγυσ

συγκολλητικός

  1. (κυριολεκτικά) που έχει σχέση με συγκόλληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με τη σύνδεση ποικίλων πραγμάτων ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικά

Πολυλεκτικοί όροι

Δείτε επίσης

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτηλλοκγυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά