συγκολλητικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- συγκολλητικός < συγκολλώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηλλοκγυσ
συγκολλητικός
- (κυριολεκτικά) που έχει σχέση με συγκόλληση ή αναφέρεται σ’ αυτή
- (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με τη σύνδεση ποικίλων πραγμάτων ή αναφέρεται σ’ αυτή
Συγγενικά
- συγκολλητικά
- → δείτε τις λέξεις συγκολλώ και κόλλα
Πολυλεκτικοί όροι
- Συγκολλητικές γλώσσες: (γλωσσολογία) είδος γλωσσών (τουρκική, ουγγρική, φινλανδική) στις οποίες οι λέξεις σχηματίζονται με τη σύνδεση πολλών μορφημάτων (δηλαδή μικρών γλωσσικών μονάδων με σημασιολογικό ή γραμματικό περιεχόμενο), που προστίθενται κατά σειρά, χωρίς να αλλάζουν σημαντικά τη μορφή τους, για να δημιουργήσουν πιο σύνθετες λέξεις, ενώ κάθε μόρφημα διατηρεί την ανεξαρτησία του και τη δική του ξεχωριστή σημασία
Δείτε επίσης
- συνθετικές γλώσσες: όπου τα μορφήματα μπορούν να συνδυαστούν πιο ελεύθερα
- αναλυτικές γλώσσες: όπου οι γραμματικές πληροφορίες εκφράζονται κυρίως με ανεξάρτητες λέξεις
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
συγκολλητικές γλώσσες