συμβεβλημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συμβεβλημένος η συμβεβλημένη το συμβεβλημένο
      γενική του συμβεβλημένου της συμβεβλημένης του συμβεβλημένου
    αιτιατική τον συμβεβλημένο τη συμβεβλημένη το συμβεβλημένο
     κλητική συμβεβλημένε συμβεβλημένη συμβεβλημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συμβεβλημένοι οι συμβεβλημένες τα συμβεβλημένα
      γενική των συμβεβλημένων των συμβεβλημένων των συμβεβλημένων
    αιτιατική τους συμβεβλημένους τις συμβεβλημένες τα συμβεβλημένα
     κλητική συμβεβλημένοι συμβεβλημένες συμβεβλημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συμβεβλημένος: όπως αρχαία ελληνική συμβεβλημένος < συμ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συμ- (νέα ελληνικά) + βεβλημένος

Προφορά

ΔΦΑ : /siɱ.ve.vliˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμβεβλημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλβεβμυσ

συμβεβλημένος, -η -ο (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)

Άλλες μορφές

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Συγγενικά

 και δείτε τη λέξη συμβάλλω

Μεταφράσεις

Πηγές



Αρχαία ελληνικά (grc)

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική συμβεβλημένος συμβεβλημένη τὸ συμβεβλημένον
      γενική τοῦ συμβεβλημένου τῆς συμβεβλημένης τοῦ συμβεβλημένου
      δοτική τῷ συμβεβλημέν τῇ συμβεβλημέν τῷ συμβεβλημέν
    αιτιατική τὸν συμβεβλημένον τὴν συμβεβλημένην τὸ συμβεβλημένον
     κλητική ! συμβεβλημένε συμβεβλημένη συμβεβλημένον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ συμβεβλημένοι αἱ συμβεβλημέναι τὰ συμβεβλημέν
      γενική τῶν συμβεβλημένων τῶν συμβεβλημένων τῶν συμβεβλημένων
      δοτική τοῖς συμβεβλημένοις ταῖς συμβεβλημέναις τοῖς συμβεβλημένοις
    αιτιατική τοὺς συμβεβλημένους τὰς συμβεβλημένᾱς τὰ συμβεβλημέν
     κλητική ! συμβεβλημένοι συμβεβλημέναι συμβεβλημέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συμβεβλημένω τὼ συμβεβλημέν τὼ συμβεβλημένω
      γεν-δοτ τοῖν συμβεβλημένοιν τοῖν συμβεβλημέναιν τοῖν συμβεβλημένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμηλβεβμυσ

συμβεβλημένος, -η -ον

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συμ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)