συμμορφούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συμμορφούμενος η συμμορφούμενη το συμμορφούμενο
      γενική του συμμορφούμενου της συμμορφούμενης του συμμορφούμενου
    αιτιατική τον συμμορφούμενο τη συμμορφούμενη το συμμορφούμενο
     κλητική συμμορφούμενε συμμορφούμενη συμμορφούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συμμορφούμενοι οι συμμορφούμενες τα συμμορφούμενα
      γενική των συμμορφούμενων των συμμορφούμενων των συμμορφούμενων
    αιτιατική τους συμμορφούμενους τις συμμορφούμενες τα συμμορφούμενα
     κλητική συμμορφούμενοι συμμορφούμενες συμμορφούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

συμμορφούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συμμορφώνομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοφρομμυσ

συμμορφούμενος

  • εκείνος ο οποίος συμμορφώνεται, που ευπειθεί

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοφρομμυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά