συναποτελούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συναποτελούμενος η συναποτελούμενη το συναποτελούμενο
      γενική του συναποτελούμενου της συναποτελούμενης του συναποτελούμενου
    αιτιατική τον συναποτελούμενο τη συναποτελούμενη το συναποτελούμενο
     κλητική συναποτελούμενε συναποτελούμενη συναποτελούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συναποτελούμενοι οι συναποτελούμενες τα συναποτελούμενα
      γενική των συναποτελούμενων των συναποτελούμενων των συναποτελούμενων
    αιτιατική τους συναποτελούμενους τις συναποτελούμενες τα συναποτελούμενα
     κλητική συναποτελούμενοι συναποτελούμενες συναποτελούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυολετοπανυσ

συναποτελούμενος -η -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυολετοπανυσ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά