τεκμαιρόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεκμαιρόμενος η τεκμαιρόμενη το τεκμαιρόμενο
      γενική του τεκμαιρόμενου της τεκμαιρόμενης του τεκμαιρόμενου
    αιτιατική τον τεκμαιρόμενο την τεκμαιρόμενη το τεκμαιρόμενο
     κλητική τεκμαιρόμενε τεκμαιρόμενη τεκμαιρόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεκμαιρόμενοι οι τεκμαιρόμενες τα τεκμαιρόμενα
      γενική των τεκμαιρόμενων των τεκμαιρόμενων των τεκμαιρόμενων
    αιτιατική τους τεκμαιρόμενους τις τεκμαιρόμενες τα τεκμαιρόμενα
     κλητική τεκμαιρόμενοι τεκμαιρόμενες τεκμαιρόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοριαμκετ του ρήματος τεκμαίρομαι

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά