τετράρμπουρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τετράρμπουρο τα τετράρμπουρα
      γενική του τετράρμπουρου των τετράρμπουρων
    αιτιατική το τετράρμπουρο τα τετράρμπουρα
     κλητική τετράρμπουρο τετράρμπουρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

τετράρμπουρο < τετρ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τετρ- (νέα ελληνικά) + άρμπουρο  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορυοπμραρτετ

τετράρμπουρο ουδέτερο

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορυοπμραρτετ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιδιωματισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα τετρ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)