τροπικοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τροπικοποίηση | οι | τροπικοποιήσεις |
| γενική | της | τροπικοποίησης* | των | τροπικοποιήσεων |
| αιτιατική | την | τροπικοποίηση | τις | τροπικοποιήσεις |
| κλητική | τροπικοποίηση | τροπικοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, τροπικοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- τροπικοποίηση < τροπικός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποίησηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) tropicalization[1] ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) tropicalisation[1])
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκιπορτ
τροπικοποίηση θηλυκό
- (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) η διαδικασία προσαρμογής υλικών ή περιοχών, ώστε να αντέχουν τις συνθήκες τροπικού κλίματος (κάνοντάς τα ανθεκτικά στη θερμότητα και την υγρασία)
- (μετεωρολογία)Κατηγορία:Μετεωρολογία (νέα ελληνικά) η διαδικασία μεταβολής (αύξηση της θερμοκρασίας, μεταβολή στα μοτίβα βροχόπτωσης, αλλαγή στη χλωρίδα και πανίδα) του κλίματος μιας περιοχής προς το τροπικό κλίμα
Μεταφράσεις
τροπικοποίηση
Αναφορές
- 1 2 τροπικοποίηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετεωρολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)