υπερβακτήριο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | υπερβακτήριο | τα | υπερβακτήρια |
| γενική | του | υπερβακτήριου & υπερβακτηρίου |
των | υπερβακτήριων & υπερβακτηρίων |
| αιτιατική | το | υπερβακτήριο | τα | υπερβακτήρια |
| κλητική | υπερβακτήριο | υπερβακτήρια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- υπερβακτήριο < υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + βακτήριο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) superbug ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) superbactérie)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητκαβρεπυ
υπερβακτήριο ουδέτερο
- (βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά), ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)) βακτήριο που έχει αποκτήσει ανθεκτικότητα σε πολλά ή και στα περισσότερα αντιβιοτικά, με αποτέλεσμα οι λοιμώξεις που προκαλεί να είναι δύσκολες ή και αδύνατες να αντιμετωπιστούν θεραπευτικά
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Με την ανάδυση ενός «σχεδόν μη θεραπεύσιμου» υπερβακτηρίου συνδέεται ένα αντιβιοτικό που χορηγείται για τη θεραπεία της ηπατικής νόσου, σύμφωνα με όσα προέκυψαν από έρευνα που διήρκησε οκτώ χρόνια. (www.ethnos.gr, 27.10.2024)
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιρητκαβρεπυ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)