φωτοευαισθητοποιημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- φωτοευαισθητοποιημένος < φωτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά) + ευαισθητοποιημένος
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποτηθσιαυεοτωφ
φωτοευαισθητοποιημένος
- που έχει καταστεί ευαίσθητος στο φως λόγω χημικών ή βιολογικών παραγόντων, με αποτέλεσμα να αντιδρά σε αυτό είτε με φυσιολογικές μεταβολές είτε με παθολογικές εκδηλώσεις
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Μεταφράσεις
φωτοευαισθητοποιημένος
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά