χειροθετημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χειροθετημένος η χειροθετημένη το χειροθετημένο
      γενική του χειροθετημένου της χειροθετημένης του χειροθετημένου
    αιτιατική τον χειροθετημένο τη χειροθετημένη το χειροθετημένο
     κλητική χειροθετημένε χειροθετημένη χειροθετημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χειροθετημένοι οι χειροθετημένες τα χειροθετημένα
      γενική των χειροθετημένων των χειροθετημένων των χειροθετημένων
    αιτιατική τους χειροθετημένους τις χειροθετημένες τα χειροθετημένα
     κλητική χειροθετημένοι χειροθετημένες χειροθετημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χειροθετημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χειροθετώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμητεθοριεχ

χειροθετημένος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμητεθοριεχ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά