χημειοπροφύλαξη

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χημειοπροφύλαξη οι χημειοπροφυλάξεις
      γενική της χημειοπροφύλαξης των χημειοπροφυλάξεων
    αιτιατική τη χημειοπροφύλαξη τις χημειοπροφυλάξεις
     κλητική χημειοπροφύλαξη χημειοπροφυλάξεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χημειοπροφύλαξη < γαλλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) chimioprophylaxie ή αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) chemoprophylaxis. Μορφολογικά αναλύεται σε χημειο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα χημειο- (νέα ελληνικά) + προφύλαξη.

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηξαλυφορποιεμηχ

χημειοπροφύλαξη θηλυκό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κτηνιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα χημειο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)