χρησιμοποιούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χρησιμοποιούμενος η χρησιμοποιούμενη το χρησιμοποιούμενο
      γενική του χρησιμοποιούμενου της χρησιμοποιούμενης του χρησιμοποιούμενου
    αιτιατική τον χρησιμοποιούμενο τη χρησιμοποιούμενη το χρησιμοποιούμενο
     κλητική χρησιμοποιούμενε χρησιμοποιούμενη χρησιμοποιούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χρησιμοποιούμενοι οι χρησιμοποιούμενες τα χρησιμοποιούμενα
      γενική των χρησιμοποιούμενων των χρησιμοποιούμενων των χρησιμοποιούμενων
    αιτιατική τους χρησιμοποιούμενους τις χρησιμοποιούμενες τα χρησιμοποιούμενα
     κλητική χρησιμοποιούμενοι χρησιμοποιούμενες χρησιμοποιούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χρησιμοποιούμενος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοιοπομισηρχ

χρησιμοποιούμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοιοπομισηρχ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά